The Book and the Movie: Le Grand Meaulnes aka The Wanderer | Alain-Fournier / Jean-Gabriel Albicocco

Alain-Fournier, Le Grand Meaulnes, 1913
Cover illustration: Edward Gorey

“I am looking for something still more mysterious: for the path you read about in books, the old lane choked with undergrowth whose entrance the weary prince could not discover. You’ll only come upon it at some lost moment of the morning when you’ve long since forgotten that it will soon be eleven, or twelve… Then, as you are awkwardly brushing aside a tangle of branches, your arms at the same time trying to protect your face, you suddenly catch a glimpse of a dark tunnel of green at the far end of which 
there is a tiny aperture of light.”




Le Grand Meaulnes aka The Wanderer (1967)
Director: Jean-Gabriel Albicocco
Stars: Brigitte Fossey, Jean Blaise, Alain Libolt

**
Le Grand Meaulnes is the only novel by French author Alain-Fournier. Fifteen-year-old François Seurel narrates the story of his relationship with seventeen-year-old Augustin Meaulnes as Meaulnes searches for his lost love. Impulsive, reckless and heroic, Meaulnes embodies the romantic ideal, the search for the unobtainable, and the mysterious world between childhood and adulthood.


***
The hero of Jack Kerouac’s On the Road carries just one book during his three-year sojourn across America. It is the novel Le Grand Meaulnes, written 100 years ago by French writer Alain-Fournier. F. Scott Fitzgerald was inspired by its title to copy it for his own The Great Gatsby, and Henry Miller claimed to love the novel’s hero. John Fowles said the book influenced everything he wrote, and he described it as “the greatest novel of adolescence in European literature.” [source]

“But once a man has taken a step in Paradise, how can he afterwards get used to living like everyone else? The things that make up the happiness of other people seemed ludicrous to me. And when, one day, quite sincerely and deliberately, I decided to behave as others do, that day I stored up enough remorse to last a long time….”

Alain-Fournier, Le Grand Meaulnes, 1913


"Και μέσα στη σιωπή ακούω ένα πουλί...εγώ βέβαια θέλω να το περνάω γι' αηδόνι, παρ' ότι το ξέρω πώς λαθεύω, τ' αηδόνια κελαηδούν μόνο τη νύχτα. Ένα πουλί 
που λέει ξανά και ξανά και ξανά την ίδια φράση. Φωνή του πρωινού, φράση ειπωμένη μέσα σε βαθύσκια φυλλωσιά, πεντάγλυκη πρόσκληση για ταξίδι κάτω απο τις 
σκλήθρες. Κρυμμένο, επίμονο, πεισματάρικο λες, το πουλί μοιάζει να μ' έχει πάρει το κατόπι, κλαδί-κλαδί, μέσα στη φυλλωσιά."


"Κατεβαίνεις τις κατηφοριές, και σαν να σε ρουφάει η πεδιάδα που σε περιμένει. Μπροστά σου, σαν να τον διαβαίνεις φτεροκοπώντας, ανοίγεται, όλο και πιο 
πολύ ανοίγεται δρόμος, δρόμος που μόλις εκείνη τη στιγμή ξεφανερώνεται στα μάτια σου, σαν να γεννιέται εκείνη τη στιγμή, ανθίζει για σένα, από σένα."


"Ανάμεσα απο τις κουρτίνες ξεγλίστρησε αργά - αργά ένας μακρύς, ατέλειωτος πιερότος. Η όψη του αυλακωμένη απο ρυτίδες, παραμορφωμένη μια απο ευθυμία και μια απο άγρια θλίψη,πασπαλισμένη με αλεύρι. 'Ενας πιερότος ψηλός, καμωμένος θα 'λεγες απο τρία κομμάτια στραβοβιδωμένα...που περπατούσε στις μύτες των ποδιών σαν απο υπερβολική περίσκεψη και φόβο, με τα χέρια του να μπερδεύονται μέσα στα ατέλειωτα μανίκια του που σκούπιζαν τη σκηνή."


"Ήθελα να πεθάνω. Μια και δεν το κατάφερα, θ' αφιερώσω τη ζωή μου στο ξεφάντωμα. Τώρα, όσα πάνε κι όσα έρθουν. Θα ζήσω σαν παιδί. Σαν αλήτης. 
Τ' άφησα όλα πίσω μου. Δεν έχω πια ούτε πατέρα, ούτε αδερφή, ούτε σπίτι, ούτε αγαπημένη...Τίποτα πια...μόνο συντρόφους για κέφι και για γλέντι."


"Θα 'λεγες δεν υπάρχουν πια εκείνα τα σημάδια πού χωρίζουν το μάθημα από το διάλειμμα. Εκείνη η ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή που 
ρυθμίζει τη σχολική ζωή και την κάνει απλή, σαν τη διαδοχή της νύχτας και της ημέρας."


"Χωρίς να το ξέρω είχα φτάσει στην άκρη του δάσους. Κι εγώ πού την άκρη αυτή την είχα τοποθετήσει με τη φαντασία μου στη άκρη της γης! "


Alain-Fournier, Ο μεγάλος Μωλν, 1913 
μτφ : Παύλος Μάτεσις


Μια πολύ αμφίβολη ενοχή / Oskar Kokoschka & Adolf Hitler | Elias Canetti







''Στην αρχή του πολέμου, όταν ξαναείδα τον ζωγράφο Κοκόσκα - δυο τρία χρόνια μετά την πρώτη συνάντηση στην Πράγα -, δεν ήμουν καλά καλά μισή ώρα  μαζί του, όταν μου αποκάλυψε μια ενοχή που ήταν τερατώδης. Αυτός ο ίδιος έφταιγε για τον πόλεμο,δηλαδή για το γεγονός ότι ο Χίτλερ, που αρχικά ήθελε να γίνει ζωγράφος, έγινε πολιτικός. Και οι δύο, ο Όσκαρ Κοκόσκα και ο Χίτλερ, έκαναν αίτηση για την ίδια υποτροφία της Ακαδημίας  της Βιέννης. Ο Κοκόσκα έγινε δεκτός, ο Χίτλερ απορρίφθηκε. Εάν ο Χίτλερ είχε γίνει δεκτός στη θέση του Κοκόσκα, δεν θα μπλεκόταν ποτέ με την πολιτική, δεν θα υπήρχε εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, δεν θα είχε ξεσπάσει πόλεμος.
Ο Κοκόσκα έφταιγε λοιπόν για τον πόλεμο. Το είπε αυτό σχεδόν σαν να το εξόρκιζε, με πολύ μεγαλύτερη έμφαση απ' ότι συνήθιζε, το επανέλαβε μάλιστα κάμποσες φορές επανερχόμενος σ' αυτό κατά τη συζήτηση η οποία τελικά είχε στραφεί σε άλλα θέματα και εγώ είχα τη δυσάρεστη εντύπωση ότι τοποθετούσε έτσι τον εαυτό του στη θέση του Χίτλερ.
Μόνο που ήταν αδιαμφισβήτητο ότι δεν συμμεριζόταν ούτε καν το ένα δέκατο των απόψεων του Χίτλερ, ήταν αντίθετος, με μια αποφασιστικότητα που δεν ατονούσε ποτέ, σ' αυτό που εξαιτίας του Χίτλερ είχε συμβεί στον κόσμο, μισούσε κάθε είδους φυλετισμό, απεχθανόταν τον πόλεμο, το γεγονός ότι η ζωγραφική του είχε εξοριστεί ως «εκφυλισμένη» τον πλήγωσε βαθιά. Όμως του ήταν αδύνατον να αποτελεί μέρος της σύγχρονής του ιστορίας δίχως να έχει σ' αυτήν και κάποια σπουδαιότητα, κι ας ήταν έστω μέσα από μια ενοχή, μια πολύ αμφίβολη ενοχή.''


Elias Canetti, Πάρτι και αερομαχίες, 2003
μτφ: Αλεξάνδρα Παύλου







Oskar Kokoschka: Self Portrait with Crossed Arms, 1923

Details from the scrapbook | Anne Sexton, 1948-49

“I think it is time that I put on paper some of my feelings.” 
Anne Sexton

Sexton Scrapbook, Virginia Beach, Va 1948-49 : Details from the scrapbook of Anne Sexton, 
which chronicles her elopement in the summer of 1948. She was 19 years old.

Images  Anne Sexton.

Η επιστολή του λόρδου Τσάντος | Hugo von Hofmannsthal, 1902

Nicola Perscheid, Hugo von Hofmannsthal, 1910


''Με δυο λόγια, η κατάσταση μου είναι αυτή: απώλεσα εντελώς την ικανότητα να σκέφτομαι ή να μιλώ για κάτι με κάποια συνοχή.
   Πρώτα άρχισε να μου γίνεται αδύνατο να συζητώ για θέματα υψηλά ή γενικού ενδιαφέροντος και να φέρνω γι' αυτό στο στόμα μου λέξεις που όλος ο κόσμος συνηθίζει φυσιολογικά να χρησιμοποιεί δίχως ενδοιασμούς. Ένιωθα δυσφορία ανεξήγητη ακόμα και να ξεστομίζω λέξεις όπως «πνεύμα», «ψυχή» ή «σώμα». Κάτι βαθιά μέσα μου με εμπόδιζε να διατυπώσω κρίσεις για τις υποθέσεις της Αυλής, τα γεγονότα του Κοινοβουλίου ή οτιδήποτε άλλο σας περνά απο το μυαλό. Κι αυτό όχι εξαιτίας κάποιων επιφυλάξεων, γνωρίζετε την ειλικρίνεια μου άλλωστε, που φτάνει ως την επιπολαιότητα, αλλά επειδή οι αφηρημένες λέξεις που με τρόπο φυσικό οφείλει να χειρίζεται η γλώσσα για να διατυπώσει οποιαδήποτε κρίση διαλύονταν στο στόμα μου σαν σαπισμένα μανιτάρια. ''

   '' 'Ολα αυτά μου φαίνονταν  εν γένει τόσο αναπόδεικτα, τόσο ψεύτικα, τόσο διάτρητα. Το πνεύμα μου με εξανάγκαζε να βλέπω όλα τα πράγματα που εμφανίζονταν σε τέτοιες συζητήσεις απο ανησυχητική εγγύτητα: όπως κάποτε είχα δει  με μεγεθυντικό φακό ένα κομμάτι απο την επιδερμίδα του μικρού δακτύλου μου και μου είχε φανεί σαν οργωμένο χωράφι, με αυλάκια και λακκούβες, το ίδιο μου συνέβαινε και τώρα με τους ανθρώπους και τις πράξεις τους. Δεν κατάφερνα πια να τις συλλάβω με το απλουστευτικό βλέμμα της συνήθειας.
   Όλα διαλύονταν μέσα μου σε κομμάτια, και τα κομμάτια σε καινούργια κομμάτια, και τίποτα δεν αφηνόταν να το περικλείσω σε μιαν έννοια. Οι λέξεις έπλεαν  σκόρπιες γύρω μου' έπηζαν  και μεταμορφώνονταν σε μάτια που καρφώνονταν πάνω μου και με ανάγκαζαν κι εγώ να τα κοιτάζω' στρόβιλοι είναι που με ζαλίζει να κοιτάζω  μέσα τους, στρόβιλοι που στριφογυρίζουν ακατάπαυστα και μέσα απο τους οποίους φτάνεις στο κενό. ''


 Η επιστολή του λόρδου Τσάντος, Hugo von Hofmannsthal, 1902
μτφ : Έφη Γιαννοπούλου


Flick Review < Five Miles to Midnight | Anatole Litvak (1962)







Director: Anatole Litvak
Stars: Sophia Loren, Anthony Perkins, Gig Young
Music: Mikis Theodorakis, Jacques Loussier


Mikis Theodorakis - Twistin' The Twist



Sophia Loren in “Five Miles to Midnight, 1962                                                      Anthony Perkins, Sophia Loren, Five Miles to Midnight, 1962 
Anthony Perkins during the filming of “Five Miles to Midnight"
Sophia Loren and Anthony Perkins on the set of Five Miles to Midnight, 1962
Sophia Loren and Anthony Perkins 

Lucien Carr | The guy that brought the beats together / and the Hippos Were Boiled in Their Tanks | W. S. Burroughs & Jack Kerouac, 1945



Lucien Carr was a key member of the original New York City circle of the Beat Generation in the 1940s; later he worked for many years as an editor for United Press International.

They would become legends — their names etched on the syllabuses of literature classes everywhere, their books reprinted and shoved in the back pockets of teenagers ripe with wanderlust, their words devoured, memorized, heeded, imitated.

But before the night of August 14, 1944, Jack Kerouac, Allen Ginsberg ’48CC, and William S. Burroughs weren’t the three principals of a literary movement — at least, not one that existed outside their own heads. They were simply roommates, friends, and confidants, who shared books and booze and sometimes beds. And, as history would largely soon forget, there was a fourth.

Lucien Carr was a recent transfer from the University of Chicago who seemed to attract admirers wherever he went. Uncommonly handsome, charismatic, and well-read, he was the force that initially united the group: he bonded with Ginsberg in a Columbia dorm over a shared love of Brahms, befriended Kerouac through his girlfriend at a nighttime painting class, and renewed ties with Burroughs, an old acquaintance from his hometown. Independent friendships formed between members of the quartet, but Carr was always at the center.


While his friends wrote books and became revered cultural and literary figures, ringleaders of the Beat movement, though, Carr lived most of the next sixty years in relative obscurity, quietly building a career and raising a family, and avoiding even the reflected glow from the spotlight on the others...


Carr was the last of the four to die, and with all of them gone, it seems like the world is finally ready to ask two questions: Had Lucien Carr not killed a man, would he have been the greatest of what we now call the Beat Generation? And, perhaps more important, had he not killed a man, would there even have been a Beat Generation at all?





Jack Kerouac and Lucien Carr
Columbia College Campus, 1944
Photo by Allen Ginsberg




''It was just after midnight when Kerouac got up from his table at the West End, where he’d been drinking with Carr, and went out into the sweltering, sleepless night. With his athletic gait, he quick-stepped across Broadway, through the 116th Street gates, up the Low Library steps, and toward Amsterdam Avenue, on his way to his girlfriend’s apartment, when he saw a familiar figure walking toward him in the dark: a tall, bearded, auburn-haired man named David Kammerer, who asked after Lucien. Kerouac directed Kammerer to the West End.''

 “And I watch him rush off to his death,” Kerouac later wrote in his autobiographical novel Vanity of Duluoz.''

''In Carr, the friends found an attractive iconoclast who harangued them with profane oratories about creativity drawn from Yeats and Rimbaud. In his journal, Ginsberg called Carr “my ideal image of virtue and awareness.” In And the Hippos Were Boiled in Their Tanks, a roman à clef co-written by Kerouac and Burroughs, Burroughs describes the Carr character as “the kind of boy literary fags write sonnets to, which start out, ‘O raven-haired Grecian lad ...’” To honor Carr’s beauty, as well as his snobbishness, Ginsberg and Kerouac invented an alter ego for him, a withering French aristocrat they named Claude de Maubris.''

''Kerouac referred to him in Vanity of Duluoz as “Shakespeare reborn almost.” To his new friends, Carr’s intellectual prowess was as compelling as his striking good looks: it was with poetry that he wooed Ginsberg, late-night intellectual sparring that won over the often stoic Kerouac, and his precocious worldliness that lured Burroughs uptown from his Greenwich Village apartment.''

“Carr was really important in getting the group together,” says Aaron Latham, who features the Kammerer slaying in his play, Birth of Beats, and who also wrote a 1976 New York magazine article about the then-forgotten case. “One key part of the Beat phenomenon was the group dynamic they had. Carr was the one friend that bridged them all.”

''Or, as Ginsberg famously put it, “Lou was the glue.”''
[more]


Lucien Carr and Allen Ginsberg, 1952


Lucien Carr / Aliases:

Big Sur – Julian
Book of Dreams – Julian Love
On The Road – Damion
The Subterraneans – Sam Vedder
The Town and the City – Kenneth Wood

Vanity of Duluoz – Claude de Maubris


The most direct literary result of the murder was Hippos, a thinly veiled mystery novel told in alternating voices, which Burroughs and Kerouac produced almost immediately, completing a final version in 1945. They made repeated attempts to publish it over the years, though Burroughs later claimed that “it wasn’t sensational enough to make it [commercially] ... nor was it well-written or interesting enough to make it [from] a purely literary point of view.” (Near the alcohol-induced end of his own life, Kerouac readapted the material for Vanity of Duluoz.) When Grove Press eventually released Hippos in 2008, after all central parties were dead, the New York Times called it “flimsy” and “flat-footed,” noting that “the best thing about this collaboration between Jack Kerouac and William S. Burroughs is its gruesomely comic title.”


“It’s called And the Hippos Were Boiled in Their Tanks. The hippos. Because Burroughs and I were sitting in a bar one night and we heard a newscaster saying “…and so the Egyptians attacked blah blah … and meanwhile there was a great fire in the zoo in London and the fire raced across the fields and the hippos were boiled in their tanks! Goodnight everyone!” That’s Bill, he noticed that. Because he notices them kind of things.”
Jack Kerouac ( Paris Review, 1967, interview)

“Both of us had a lot to say, but there was no room to say it in, we were so tense and close.”

“So you want to wait. Tomorrow and tomorrow and tomorrow - waiting till you're dead. Do you know what I think? I think this whole Phillip complex is like the Christian heaven, an illusion born of a need, floating around in some nebulous misty Platonic nowhere, always just around the corner like prosperity, but never here and now. You're afraid to go away with him, you're afraid to put it to a test because you know it won' t work."

And the Hippos Were Boiled in Their Tanks, William S. Burroughs and Jack Kerouac, 1945




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...