Alphabetarion # Fishing | Robert Doisneau / Izis Bidermanas / Wynn Bullock / Josef Bartuska

Young Boy in his school uniform fishing from a gate near, Langport, Somerset. 1935
Robert Doisneau, Fishing contest, 1954
Robert Doisneau, Pont de la Tournelle, Paris, 1951                                           Wynn Bullock, Boy Fishing, 1959
Izis Bidermanas, Square du Vert-Galant face au Pont-Neuf, 1958                                                Robert Doisneau, Paris, 1951
La Conciergerie, 1939                                                                                Robert Doisneau, Pêcheurs des bords de Seine, Paris, 1951
Faron's Flamingos                                                                                                  Young Ernest Hemingway Fishing in Horton's Creek, Michigan
Josef Bartuska, Untitled (Three children), 1930s



Also:

The dancer Lucia Joyce / Samuel Beckett & James Joyce

Lucia Joyce by Berenice Abbott


O Beckett συνάντησε για πρώτη φορά τη Lucia Joyce στο διαμέρισμα του πατέρα της, αρχές Νοεμβρίου του 1928.

'' Ήταν όμορφη '' , έγραψε  η ανιψιά του Joyce, η Bozena Berta Delimata, '' με βαθυκάστανα, κατσαρά μαλλιά ως τους ώμους, και γαλάζια μάτια που αλληθώριζαν λίγο αλλά...μολοντούτο ήταν γοητευτική''. Σύμφωνα με έναν από τους πρώτους εραστές της, τον Albert Hubbell, είχε ένα πολύ σοβαρό ύφος που μπορούσε αναπάντεχα να ξεσπάσει σε χλευαστικό μορφασμό' ακόμη, είχε ''έναν τρόπο να στέκεται πολύ κοντά σου και, για μια στιγμή, να αφήνεται στην απόλυτη φροντίδα σου''.

Συχνά τραγουδούσε στα γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά ή αγγλικά. Ένα από τα αγαπημένα της τραγούδια ήταν η μεγάλη επιτυχία της εποχής '' Είσαι η κρέμα στον καφέ μου'', των DeSylva, Brown και Henderson.
Annette Hanshaw - You're The Cream In My Coffee (1928)




Είχε σπουδάσει χορό περίπου από το 1926 ως το 1929, κάνοντας μαθήματα όπως αυτό του Jaques Dalcroze - οι βασικές αρχές του οποίου ήσαν γνωστές στον Beckett από τις σπουδές της Peggy στη σχολή του Laxenburg - αλλά και στη σχολή χορού του Raymond Duncan κοντά στο Salzburg...

Lucia Joyce dancing at Bullier Ball, Paris, May 1929 >

Ο Beckett  συνόδευσε τους Joyces με τον Tom MacGreevy και τους Duncan όταν η Lucia χόρεψε δημοσίως στο Bal Bullier απέναντι από την Closerie de Lilas, στις 28 Μαϊου του 1929. Η Lucia ήταν μαγευτική με το απαστράπτον ασημί κοστούμι της γοργόνας... Σύμφωνα με τον Beckett, εκείνη τη βραδιά η Lucia χόρεψε το Στρατιωτικό Εμβατήριο του Schubert στο διαγωνισμό σόλο χορού. Δεν νίκησε αλλά, προς απέραντη χαρά του Joyce, μέλη από το ακροατήριο διαμαρτυρήθηκαν φωνάζοντας δυνατά, όταν ανακοινώθηκε το αποτέλεσμα: «Nous réclamons l' Irlandaise! Un peu de justice, messieurs!» (Θέλουμε την Ιρλανδέζα! Να 'στε δίκαιοι, κύριοι!) Ο Beckett  χαρακτήρισε το χορό της θαυμάσιο.
Στο διαμέρισμα, όταν ο Joyce έπαιζε πιάνο και τραγουδούσε, η Lucia χόρευε μερικές φορές στο βάθος, προσπαθώντας έτσι να ελκύσει την προσοχή του Beckett. Λίγο μετά τη βραδιά στο Bal Bullier εγκατέλειψε το χορό, γιατί της έλειπε το σθένος, αν και έκλαψε γοερά έναν ολόκληρο μήνα από τη λύπη της.


Η Lucia ενδιαφερόταν για τους άντρες και είχε ήδη ερωτευτεί μερικές φορές προτού συγκεντρώσει την προσοχή της στον Beckett. Αυτός πήγαινε τακτικά στο διαμέρισμα για να εργαστεί με τον πατέρα της, και μαζί με τον MacGreevy έβγαιναν αρκετά συχνά να φάνε με όλη την οικογένεια...
Μάλιστα, οι επιστολές του Beckett από το Παρίσι αποκαλύπτουν ότι η Lucia περνούσε από την Ecole Normale για να πιει τσάι μαζί του, και σίγουρα πήγαιναν παρέα στα εστιατόρια (συχνά στην Brasserie Universelle), στον κινηματογράφο και στο θέατρο...

Υπήρξαν πολλές περιπτώσεις, κατά τις οποίες φάνηκε στους οικογενειακούς φίλους ότι ο Beckett ήταν παρών όχι ως φίλος του Joyce αλλά ως συνοδός της Lucia. Όταν έφτανε στο διαμέρισμα του Joyce, η Lucia τον περίμενε συνήθως στην πόρτα για να τον χαιρετήσει και προσπαθούσε να τον κάνει να μιλάει μαζί της όσο το δυνατόν περισσότερο μπορούσε. Τον κοίταζε με πάθος στο τραπέζι του δείπνου και διαρκώς επιχειρούσε να συνομιλούν οι δυο τους. Αυτός εξακολουθούσε να τη βγάζει έξω, στα εστιατόρια και στο θέατρο, αλλά το έκανε πιο πολύ για να δεθεί με τον Joyce παρά από κάποιον μεγάλο πόθο να βρίσκεται με τη Lucia, η οποία ήδη άρχιζε να εκδηλώνει άγριες και οχληρές διακυμάνσεις στις διαθέσεις της. Είναι πάντως απίθανο να επέτρεψε στη σχέση του μαζί της να γίνει σεξουαλική, αν και παραδέχτηκε ότι την έβρισκε «πολύ ευειδή».

Βέβαια, ο Beckett άφησε την κατάσταση να παραταθεί πολύ περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε προτού αποφασίσει να της ξεκαθαρίσει, πράγμα που έγινε τον Μάιο του 1930 και ενώ οι γονείς της βρίσκονταν στη Ζυρίχη, ότι ερχόταν στο διαμέρισμα μόνο και μόνο για να δει τον πατέρα της και ότι δεν διατηρούσε ερωτικά ενδιαφέροντα για την ίδια.

H Lucia ήταν αλλόφρων. H Nora, όταν επέστρεψε από την Ελβετία, ήταν έξαλλη. Κατηγόρησε τον Beckett ότι δελέασε την κοπέλα για να αποκτήσει την εύνοια του Joyce. H Nora στράφηκε στον Joyce και του είπε ότι είχαν παίξει με τα αισθήματα της κόρης του. Ο Joyce (ο οποίος προσηλωμένος στο βιβλίο του, ίσως να μην είχε προσέξει τίποτε πριν) δέχτηκε να υιοθετήσει το ρόλο του εξαγριωμένου πατέρα. Έστειλε το μήνυμα. Ο Beckett να μην τους επισκέπτεται πια' ήταν persona grata στην πλατεία Robiac.

O Beckett ένιωσε συντετριμμένος από αυτή τη ρήξη με τον Joyce, η οποία μάλιστα δεν αποκαταστάθηκε ποτέ απόλυτα ώσπου ο Joyce να φτάσει να αναγνωρίσει πόσο άρρωστη ήταν η κόρη του και πόσο ανέφικτη θα ήταν μια αληθινή ερωτική σχέση μαζί της.


Η φιλία ανάμεσα στον Beckett και τον James Joyce αναθερμάνθηκε τις πρώτες εβδομάδες του 1932.
Εκείνη την περίοδο, η ζωή του Beckett και η ζωή του Joyce συνέκλιναν σε πολλά διαφορετικά σημεία. Υπήρχε η κοινή ανησυχία τους για τη Lucia, που φαινόταν να ταράζεται ακόμη από την επανεμφάνιση του Beckett στο Παρίσι. Έχει πολλές φορές υποτεθεί ότι αυτή  ήταν η αιτία για το θυελλώδες ξέσπασμά της στα γενέθλια του Joyce, οπότε και εξακόντισε μια καρέκλα εναντίον της μητέρας της. Κατηγόρησε τη Nora ότι μπήκε ανάμεσα σ' αυτήν και στον Beckett...


Στις αρχές Μαρτίου, σε μια προσπάθεια για έναν λίγο ως πολύ γάμο από συνοικέσιο, ο Alex Ponisovsky, έκανε πρόταση γάμου στη Lucia. Εκείνη δέχτηκε την πρόταση του. Αλλά, λίγες ημέρες μετά, ύστερα από έναν επίσημο αρραβώνα στο εστιατόριο Drouand, η Lucia  «πήγε στο διαμέρισμα των Leon και ξάπλωσε στον καναπέ. Προς μεγάλο τους τρόμο, έμεινε εκεί, αδρανής, κατατονική». Το γεγονός αυτό σημάδεψε την αρχή, για τη Lucia, μιας σειράς ατελείωτων, άκαρπων προσφυγών στους γιατρούς, παραμονών σε κλινικές, ενέσεων και εγχειρήσεων, και, για τον Joyce, της ιδεοληπτικής ανησυχίας του για την  υγεία και τη διανοητική κατάσταση της κόρης του, μια ανησυχία που έμελλε να τον απασχολήσει για όλη την υπόλοιπη ζωή του...

...Ο Joyce ταυτίστηκε  πολύ με τη Lucia και θεώρησε τον εαυτό του, και ίσως και την ακανόνιστη οικογενειακή ζωή που έζησε εκείνη εξαιτίας του, υπεύθυνο για την ψυχική της διάλυση. Είπε: «Όποια σπίθα χαρίσματος κι αν διαθέτω, μεταδόθηκε στη Lucia και έχει ανάψει μια φωτιά μες στο μυαλό της».

James Knowlson, Σάμουελ Μπέκετ η κατάρα της δόξας
μτφ: Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης


The autographed letter concerns the mental health of James Joyce's daughter Lucia.
Joyce wrote the letter to Cyril Yeates, husband of his cousin Gretta, in 1936.

"Dear Yeates: This is just to thank you and Gretta for you promptness in making inquiries. I shall not be able to come to a decision for about a fortnight. At the present moment the general opinion of the doctors is that it is definitely not an incurable case and probably not now to any great extent even a mental case but one of acute nervous disequilibrium. If that is so either the diagnoses of a dozen of the leading psychiatrists in Europe that it was a progressing demential case of the kind which is finally incurable if it progresses were all wrong or the series of injections at the eleventh hour as arrested the final stage. In any case her transfer here was a psychological blunder which has to be undone.
Sincerely yours, James Joyce."


* When Lucia was notified of her father's death (1941), she said: "What is he doing under the ground, that idiot? When will he decide to come out? He's watching us all the time."

Φερντυντούρκε | Witold Gombrowicz (1937)


''Να τινάξεις απαλά, εντελώς απαλά τη σκόνη απ' τα παπούτσια σου και να φεύγεις χωρίς ν' αφήνεις τίποτε πίσω σου, όχι, δεν απομακρύνεσαι, ούτε φεύγεις, εντελώς απλά πας''

''Όχι, μη μου μιλάτε για τα στιχοποιημένα βάσανά σας που χάφτουμε σαν στρείδια, αφήστε με ήσυχο με τις ζαχαρωτές ντροπές σας, τους καραμελένιους φόβους σας, την λουκουμάτη κακομοιριά σας, τις μαρμελαδένιες οδύνες σας και τις γλειφιντζουρένιες απελπισίες σας.''

''Αχ!, αφήστε με να ονειρευτώ! Κανείς δεν ξέρει πια τι είναι το πραγματικό και τι το ανύπαρχτο, πού είναι η αλήθεια και πού η ψευδαίσθηση, τι αισθανόμαστε και τι δεν αισθανόμαστε, πού είναι το φυσικό και πού το τεχνητό, χανόμαστε, κι αυτό που θα 'πρεπε να είναι μπερδεύεται μ' αυτό που είναι, κάθε κατηγορία υπονομεύει την άλλη και της αφαιρεί κάθε δικαιολόγηση, ω, το μεγάλο σχολείο του εξωπραγματικού!.''

''Στη συνέχεια βυθισμένος σε μια νάρκη, ωστόσο όμως ξύπνιος, είχα την εντύπωση ότι το σώμα μου δεν ήταν ενιαίο, ότι ορισμένα μέρη του παρέμεναν εφηβικά, ότι το κεφάλι μου, κορόιδευε το πόδι μου, το πόδι μου το κεφάλι μου, ότι το δάχτυλό μου τα 'βαζε με την καρδιά μου, η καρδιά μου με το μυαλό μου, η μύτη μου με το μάτι μου, το μάτι μου με τη μύτη μου, κι όλ' αυτά τα κομμάτια βίαζαν άγρια το 'να τ' άλλο μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα καθολικού κι ωμού χλευασμού.''

''Αφήνοντας τις ομίχλες, το χάος, τις ανήσυχες διαχύσεις, τους ανεμοστρόβιλους, τα ρεύματα και την αντάρα, τις λυγαριές και τα κοάσματα των βατράχων, έπρεπε να ενδυθώ σαφείς τυποποιημένες μορφές, να χτενιστώ, να σουλουπωθώ, να εισέλθω στην κοινωνική ζωή των ενήλικων και να συνδιαλεχθώ μαζί τους.''

''Πηγαίνω  χωρίς να ξέρω πια τίποτε, ο αέρας σφυρίζει στ' αυτιά μου, ο ρυθμός των βημάτων με νανουρίζει...Η φύση. Δεν θέλω τη φύση, η φύση για μένα είναι οι άνθρωποι, ας γυρίσουμε, προτιμώ την υγρασία των κινηματογράφων απ' τ' οξυγόνο της εξοχής. Ποιος είπε ότι ο άνθρωπος αισθάνεται μικρός μπροστά στη φύση; Απεναντίας μάλιστα αισθάνομαι να θεριεύω και να γίνομαι γιγαντιαίος, αισθάνομαι τρωτός σαν να 'χω απογυμνωθεί και  να με σερβίρουν στο δίσκο τεραστίων φυσικών πεδιάδων μέσα σ' όλη μου την αντιφυσική ανθρωπότητα, αλίμονο, πού είναι τα ρουμάνια μου κι οι βλαστήσεις των ματιών, των στομάτων, των λόγων, των βλεμμάτων, των προσώπων, των χαμόγελων, και των μορφασμών;''

''Δεν είναι τόσο εύκολο ν' απαλλαγείς απ' τους μορφασμούς σου: ένα πρόσωπο μορφοποιημένο απ' αυτούς δεν ξαναγίνεται από μόνο του φυσιολογικό, δεν είναι ελαστικό!''

Witold Gombrowicz as a young boy standing on a horse in Malosyce, 1909 >

''Πολύ σύντομα θα συνειδητοποιήσουμε πως το σπουδαιότερο δεν είναι πια να πεθαίνεις για τις ιδέες, τα ύφη, τις θέσεις, τα συνθήματα, τις δοξασίες, ούτε να εγκλωβίζεσαι σ' αυτά και να μπλοκάρεσαι, αλλά να κάνεις λίγο πίσω και να παίρνεις τις αποστάσεις απέναντι σ' όλα όσα μας συμβαίνουν. ''

''Η παγκόσμια κουλτούρα έχει κυριευθεί από ένα κοπάδι γυναικούλες γατζωμένες και κολλημένες στη λογοτεχνία, αξιοσημείωτα πληροφορημένες πάνω στις πνευματικές αξίες κι ενημερωμένων σχετικά με την αισθητική, κατέχοντας συχνά έναν κάποιον αριθμό από ιδέες και θεωρίες απόλυτα συνειδητών, πως δηλαδή ο Όσκαρ Ουάιλντ γέρασε κι ο Μπέρναρ Σω είναι ένας δάσκαλος του παράδοξου. Ναι, αυτές ξέρουν πολύ καλά πως οφείλουν να 'ναι ανεξάρτητες, σταθερές και διεισδυτικές, χωρίς υπερβολές, γεμάτες επίσης από οικογενειακή καλοσύνη. Αυτές οι θείες, αυτές οι θείες, αυτές οι θείες! Αχ!''

''Δέστε τώρα πόσο διαφορετική θα ήταν η στάση ενός ανθρώπου που αντί να υπερσιτίζεται μ' όλες τις διανοουμενίστικες φρασεολογίες, αγκάλιαζε το σύμπαν μ' ένα νέο βλέμμα, διακρίνοντας τη δεσπόζουσα σημασία της μορφής μέσα στη ζωή μας. Αν έπαιρνε την πένα αυτό δεν θα ήταν για να γίνει ένας Καλλιτέχνης αλλά, για παράδειγμα, για να εκφράσει καλύτερα την προσωπικότητά του και να την κάνει κατανοητή στον άλλον ή μάλλον για να βάλει καλύτερα σε τάξη την εσωτερική του ζωή και επίσης ίσως για να βαθύνει και να ξεδιαλύνει τις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους, λαμβανομένης υπόψη της τεράστιας επιρροής που ασκείται από άλλα πνεύματα πάνω στο δικό μας' ή πάλι για να επιχειρήσει να διαμορφώσει για τον εαυτό του τον κόσμο που επιθυμεί και που του είναι απαραίτητος''

''Ο συγγραφέας που οραματίζομαι δεν θα βαλθεί να γράψει γιατί θεωρεί τον εαυτό του ώριμο, αλλά απεναντίας επειδή γνωρίζει την ανωριμότητα του ξέροντας καλά ότι δεν έχει θριαμβεύσει πάνω στη μορφή και ότι αυτός είναι που ανεβαίνει αλλά δεν έχει φτάσει στην κορυφή, αυτός που θέλει να πραγματωθεί αλλά δεν έχει ακόμα επιτύχει την πραγμάτωση.''


Witold Gombrowicz, Φερντυντούρκε, 1937
μτφ: Τασία Χατζή

Checker Players | Henri Matisse, 1915 -28













Pianist and Checker Players is set in Matisse's Nice apartment and shows the artist's favorite model, Henriette Darricarère and her two brothers. The painting can be seen as a surrogate family portrait, with Henriette standing in for Matisse's daughter, and the two boys representing his sons.
This is distinctly Matisse's world: near the empty armchair at the center of the painting where the artist might sit, his violins hang from the armoire and his drawings and paintings are tacked to the wall.




< Henri Matisse, Pianist and Checker Players, 1924 




The Painter’s Family made in 1911, represented the genre scene of a Matisse’s family at home where the artist painted his wife, Amélie, seated on the sofa in the background of the setting focused on her own activity, while his sons, Jean and Pierre were involved in a game of checkers in the middle of the room; his daughter, Marguerite, appeared to be looking askance towards the boys at the checkerboard.




Henri Matisse, The Painter's Family, 1915 >
Henri Matisse, Odalisques Playing Checkers, 1928
Henri Matisse, Odalisques Playing Checkers, 1928


Flick Review < People on Sunday | Curt & Robert Siodmak (1930)

The film is subtitled "a film without actors" and was filmed over a succession of Sundays in the summer of 1929.
People on Sunday (Menschen am Sonntag) is a 1930 German silent drama film directed by Curt and Robert Siodmak from a screenplay by Billy Wilder.
The film follows the lives of a group of residents of Berlin on a summer's day during the interwar period.

People on Sunday is notable not only for its portrayal of daily life in Berlin shortly before Adolf Hitler became Chancellor, but also as an early work by the future Hollywood writer/director Billy Wilder before he moved to the United States to escape from Hitler's Germany. Wilder's mother, grandmother, and stepfather all died at the Auschwitz extermination camp. The film is also the directorial debut of the Siodmak Brothers.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...